Συζήτηση με την Αίγλη Μπρούσκου

Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου της Αίγλης Μπρούσκου «Λόγω της κρίσεως σας χαρίζω το παιδί μου». Η διακίνηση των παιδιών στην ελληνική κοινωνία του 20ού αιώνα. Το παράδειγμα του δημοτικού βρεφοκομείου Θεσσαλονίκης «Άγιος Στυλιανός», (ΕνΤόμω/ΣΥΜΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 2015) οι ιστορικοί Ελένη Μπεζέ και Αλεξάνδρα Πατρικίου συζητούν με τη συγγραφέα.

Το βιβλίο σας ενώ στηρίζεται μεθοδολογικά στα θεωρητικά εργαλεία της κοινωνικής ανθρωπολογίας (ανθρωπολογία της παιδικής ηλικίας, της συγγένειας και της υιοθεσίας) αντλεί παράλληλα και από μια συστηματική ιστορική αρχειακή έρευνα. Θα θέλατε να μας πείτε τι σας οδήγησε στην απόφαση να μελετήσετε τα φαινόμενα αυτά σε μια διαχρονία; Ποιες ήταν με λίγα λόγια οι δυσκολίες που αντιμετωπίσατε και σε τι σας εξυπηρετούσε; Μάλιστα είχατε γράψει παλιότερα: «αισθάνομαι ότι βγαίνω πολύ γηραιά εθνολόγος και όχι ιστορικός»[1].

Ξεκίνησα αυτή την ανθρωπολογική έρευνα στο Δημοτικό Βρεφοκομείο Θεσσαλονίκηςτο 1992, ανέτοιμη (από την εκπαίδευσή μου) όσον αφορά τη μεθοδολογία, αλλά και ολίγον έτοιμη όσον αφορά την υπόθεση εργασίας. Δηλαδή δεν ήξερα ακριβώς τι έψαχνα και δεν ήξερα καθόλου πώς θα το έβρισκα. Τα θεωρητικά εργαλεία, όποια κι αν είναι αυτά, δεν είναι και καμιά σοβαρή βοήθεια όταν έρχεται η στιγμή να κολυμπήσεις. Μπορεί κάλλιστα να σε τραβήξουν στον πάτο. Αυτό που συμβαίνει στην έρευνα είναι ότι τα δεδομένα του πεδίου, δηλαδή η πραγματικότητα που συναντάς κάθε φορά, σε προσγειώνει και διαμορφώνει τα εργαλεία σου από την αρχή. Τότε η θεωρία μπορεί να σε καθοδηγήσει, καθώς σου οργανώνει τη σκέψη.

Από την άλλη, η ανθρωπολογική επιτόπια έρευνα απαιτεί ακριβώς αυτό το πράγμα: να είσαι απλά λίγο τίμια και πολύ ανοιχτή, ώστε να δεχτείς πως πρόκειται να μελετήσεις κάτι για το οποίο δεν έχεις ιδέα. Αν νομίζεις ότι έχεις ιδέα, τότε κατά τη γνώμη μου έχεις αρχίσει λάθος.

Έκανα συστηματική αρχειακή έρευνα στο βρεφοκομείο για τους εξής λόγους:

  • Δεν ήξερα ακόμα πώς να κάνω επιτόπια έρευνα και συμμετοχική παρατήρηση, πράγμα το οποίο έφτασε αργότερα χάρη στην επαφή μου με τους ανθρώπους στο πεδίο. Θα μπορούσα να έχω κολλήσει στην πρώτη μέρα της έρευνας.
  • Μου δόθηκε η άδεια να μελετήσω το αρχείο, χωρίς σχεδόν να το έχω ζητήσει. (Προσοχή: μιλάμε για τις αρχές του ’90, τότε που η έννοια «προστασία προσωπικών δεδομένων» και η συναφής νομοθεσία δεν υπήρχαν. Σήμερα η έρευνα αυτή, έτσι όπως έγινε τότε, δεν θα μπορούσε να γίνει). Και φυσικά δέχτηκα.
  • Πολύ σύντομα αντιλήφθηκα ότι ακριβώς αυτή η ενασχόληση με το αρχείο και το παρελθόν, μέσα από το μητρώο εισαγωγών του ιδρύματος, ήταν που θα διαμόρφωνε τελικά τη μεθοδολογία μου. Από τη μια, η διάσταση της διαχρονίας που μου προσέφερε το υλικό με μετέτρεπε ορισμένως σε μαθητευόμενη ιστορικό. Έπρεπε, δηλαδή, να μελετήσω και να κατανοήσω αυτό το υλικό μέσα στα ιστορικά και κοινωνικά του συμφραζόμενα. Στη συνέχεια αντιλήφθηκα ότι αυτή η εξοικείωση με το παρελθόν διευκόλυνε την κατανόηση του παρόντος. Ό,τι παρατηρούμε σήμερα είναι το αποτέλεσμα του χτες. Από την άλλη, εξίσου σημαντικό ήταν το γεγονός ότι η έρευνα στο αρχείο που απαιτούσε σταθερή και πολύωρη παρουσία επέτρεπε στην (επίσης μαθητευόμενη) ανθρωπολόγο να διαπραγματευτεί τη θέση της και τις σχέσεις της μέσα σε αυτή την κοινότητα ανθρώπων. Μέσα από αυτό και χάρη σε αυτό κατάφερα να κάνω επιτόπια συγχρονική έρευνα, χωρίς να χρησιμοποιήσω καθόλου τα προσωπικά δεδομένα.

Θα έλεγα πως για μένα η «ιστορική έρευνα» ήταν η βάση πάνω στην οποία στήθηκε το όλο διάβημά μου. Θα έλεγα, επίσης, πως ήταν το εύκολο μέρος της έρευνας, που όμως διαμόρφωσε τον βαθμό δυσκολίας της ανθρωπολογικής προσέγγισης, αφού αυτή έγινε πολύ πιο απαιτητική. Μελέτησα πολλές διαστάσεις του φαινομένου που με ενδιέφερε, τόσο στη συγχρονία όσο και στη διαχρονία.

Θεωρώ ότι έκανα επιτόπια έρευνα μέσα σε αυτό το ιστορικό αρχείο, γι’ αυτό και με σκέφτηκα ως πολύ γηραιά εθνολόγο. Σαν να έχω δηλαδή κάνει έρευνα κατά τη διάρκεια όλων αυτών των δεκαετιών. Ας μην ξεχνάμε ότι στο μεταξύ ήμουνα νια και γέρασα… Στην κυριολεξία.

Τα σημεία σύνδεσης μεταξύ δημοτικού βρεφοκομείου Θεσσαλονίκης και εβραϊκής κοινότητας της πόλης είναι τα εξής: οι Εβραίες εργαζόμενες στο ίδρυμα, ως επί το πλείστον τροφοί (η πλειοψηφία των τροφών ήταν Εβραίες προερχόμενες από φτωχά στρώματα) –αλλά και μερικές καθαρίστριες και πλύντριες–, η χρήση του βρεφοκομείου από Εβραίες μητέρες που παρέδωσαν τα βρέφη τους και, τέλος, η μεταφορά του βρεφοκομείου το 1942, με πρωτοβουλία των αρχών Κατοχής, στη Σχολή Καζές (κοινοτικό ισραηλιτικό δημοτικό σχολείο 1ης περιφέρειας Θεσσαλονίκης), όπου παραμένει μέχρι σήμερα. Σε παλαιότερο άρθρο σας θεωρείτε το βρεφοκομείο ως έναν χώρο άρρητης επικοινωνίας μεταξύ δύο κοινοτήτων της πόλης, της χριστιανικής και της εβραϊκής, ως έναν χώρο “transit”. Θα θέλατε να μας πείτε πώς ακριβώς αντιλαμβάνεστε σήμερα αυτόν τον ιδιάζοντα χώρο συνάντησης; Καθώς εστιάζετε στα σημεία επαφής των κοινοτήτων, αναδεικνύοντας έτσι το περίπλοκο πλέγμα των σχέσεών τους, μπορούμε να ισχυριστούμε πως εγκαταλείπετε τα ερμηνευτικά σχήματα που τις βλέπουν ως ξεχωριστές οντότητες εστιάζοντας στα σημεία διαχωρισμού τους; 

Δεν θα έλεγα πως εγκαταλείπω αυτά τα ερμηνευτικά σχήματα, γιατί δεν ήμουν ποτέ εγκλωβισμένη εντός τους. Δεν είμαι ιστορικός, και θα έλεγα πως δεν είχα ποτέ κάποια συγκεκριμένη άποψη πάνω σε αυτό το θέμα. Διάβαζα τους ιστορικούς για να μάθω. Άρχισα να ασχολούμαι ερευνητικά με το ζήτημα στις αρχές του ’90, όταν με την ίδρυση της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικού Εβραϊσμού και την οργάνωση του πρώτου συνεδρίου της, μου δόθηκε η ευκαιρία να σκεφτώ πάνω στα ευρήματά μου σχετικά με τις Εβραίες τροφούς του βρεφοκομείου και να τα παρουσιάσω. Είναι νομίζω ευρήματα που διαρρηγνύουν αυτά τα σχήματα. Γι’ αυτό πίστευα ότι θα ήταν χρήσιμα στην έρευνα. Αργότερα στο άρθρο μου «Όποια πέτρα κι αν σηκώσεις», όπου συγκέντρωσα και συζήτησα όλα τα σχετικά στοιχεία που είχα εντοπίσει, εξήγησα τις προθέσεις μου και τις ελπίδες μου: «θεωρώ υποχρέωσή μου να καταθέσω αυτά τα στοιχεία. […] μπορούν να χρησιμεύσουν σε μια αποκατάσταση του παρελθόντος και να συμβάλλουν στα χέρια των ιστορικών ‘σε έναν απεγκλωβισμό της ιστορίας από μια ενιαία αφήγηση για το παρελθόν’».

Ακόμα εκπλήσσομαι με το γεγονός ότι τα ευρήματά μου αυτά δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ από κανέναν ιστορικό (με μία εξαίρεση νομίζω) τόσο όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των κοινοτήτων, όσο και αυτά που αφορούν την Κατοχή.

Η επόμενή σας ερώτηση μου επιτρέπει να απαντήσω καλύτερα και σε αυτήν, αφού κάπως επικαλύπτονται.

Το βρεφοκομείο Θεσσαλονίκης αποτελεί έναν κατ’ εξοχήν γυναικείο χώρο: διοίκηση, υπάλληλοι, χρήστες κατά βάση (αν όχι αποκλειστικά) είναι στην πλειοψηφία του γυναίκες, ενώ παράλληλα αποτελεί μια πολύτιμη πηγή για την ιστορία των γυναικών της πόλης δίνοντάς μας υλικό για μια «ιστορία από τα κάτω», που δύσκολα θα αντλούσαμε από άλλη πηγή. Θα θέλαμε να σταθούμε σε ορισμένες πτυχές της ιστορίας των Εβραίων γυναικών που αναδεικνύει η δουλειά σας. Μαθαίνουμε λοιπόν για τις 137 (από τις 183 συνολικά) Εβραίες τροφούς, στις οποίες αυτό το χριστιανικό ίδρυμα ανέθετε να αναθρέψουν στα σπίτια τους τα μικρά χριστιανόπουλα, αλλά και για τις άθλιες, ανθυγιεινές συνθήκες που επικρατούσαν στα σπίτια αυτά. Μαθαίνουμε ακόμη για τις Εβραίες υπαλλήλους του βρεφοκομείου που στις 15 Μαρτίου –ημέρα έναρξης των εκτοπίσεων– διαγράφονται χωρίς εξηγήσεις από τα μητρώα, αλλά και για τις Εβραίες μητέρες που, αντιμέτωπες με την εκτόπιση, μέσα στην ίδια μέρα αφήνουν το παιδί τους στο ίδρυμα για να επιστρέψουν λίγο μετά να το πάρουν. Πώς αντιλαμβάνεστε σήμερα, μετά την πολυετή ενασχόλησή σας με αυτό και τη διασταύρωσή σας με ερευνητές άλλων ειδικοτήτων, το βρεφοκομείο ως πηγή;  

Τα αρχεία των βρεφοκομείων είναι μια πολύτιμη πηγή για την κοινωνική ιστορία, τη δημογραφία, την ιστορία των γυναικών, των παιδιών, της προνοιακής πολιτικής κλπ. Όντας τα ίδια ιδρύματα εξορισμού στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής, οι αναφορές σε αυτά ήταν συνήθως περιορισμένες. Οι ιστορικοί τα ανακάλυψαν όταν ανακάλυψαν έννοιες όπως η ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας. Τότε άρχισε να διαφαίνεται η τεράστια δυναμική των αρχείων τους. Τότε έγινε κατανοητό πως αυτά τα ιδρύματα του περιθωρίου ήταν συγχρόνως στο επίκεντρο του κοινωνικού γίγνεσθαι.

Στην περίπτωση του βρεφοκομείου της Θεσσαλονίκης, το αρχείο του ιδρύματος περιείχε πολύτιμα στοιχεία όσον αφορά το εβραϊκό παρελθόν της πόλης και τους τρόπους συνύπαρξης των δύο κοινοτήτων. Ενώ, δηλαδή, επρόκειτο για ίδρυμα της ορθόδοξης ελληνικής κοινότητας και ως τέτοιο είχε απασχολήσει στο παρελθόν κάποιους μελετητές, το αρχείο του αποκάλυψε πως ήταν ένα ίδρυμα στην υπηρεσία και της εβραϊκής και της χριστιανικής κοινότητας. Κι αυτό γιατί η «πελατεία» αυτού του ενός και μοναδικού βρεφοκομείου της πόλης ήταν κατά κύριο λόγο οι άγαμες γυναίκες και τα εγκαταλειμμένα παιδιά που είχαν στην ουσία «εκβραστεί» και από τις δύο κοινότητες. Ένα κατεξοχήν παράδειγμα ιστορίας «από τα κάτω», που είχε βέβαια μείνει στην αφάνεια.

Το θέμα των φτωχών Εβραίων τροφών του χριστιανικού βρεφοκομείου είναι, νομίζω, ένα μοναδικό παράδειγμα σύμπραξης, μιας αόρατης γυναικείας σύμπραξης των δύο κοινοτήτων. Ανακινεί σημαντικά ιστορικά και ανθρωπολογικά ζητήματα, συνύπαρξης κοινοτήτων, αντιλήψεων περί συγγένειας κλπ. Το άλλο σημείο που επισημαίνετε είναι επίσης σημαντικό. Ότι Εβραίες εργαζόμενες στο βρεφοκομείο εμφαίνονται στο μητρώο μέχρι την τελευταία στιγμή. Και η στιγμή αυτή είναι η 15η Μαρτίου του 1943.

Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για φτωχές γυναίκες και παιδιά στην καρδιά κεντρικών ιστορικών γεγονότων. Μια άρρητη όψη της  ιστορίας, που ωστόσο έχει αφήσει γραπτά ίχνη. Δυστυχώς έκανα το λάθος και δεν αναζήτησα προφορικές μαρτυρίες για το θέμα όσο ήταν ακόμη καιρός, όσο ζούσαν ακόμη άνθρωποι που ήξεραν.

Οι πολύχρονες αυτές σημαντικές σχέσεις είναι, πιστεύω, που επέτρεψαν το 1943 σε μερικούς Εβραίους γονείς να σκεφτούν το βρεφοκομείο ως τόπο και τρόπο σωτηρίας των μωρών τους, αφού λίγο πριν φύγουν τα άφησαν στην πόρτα του. Γνωρίζουμε ότι μερικοί μετάνιωσαν και γύρισαν να τα πάρουν μαζί τους. Αυτό μου επέτρεψε να υποθέσω (το 1993, αλλά και στο βιβλίο μου αργότερα) ότι κάποια άλλα μωρά έμειναν και σώθηκαν σε αυτό το ίδρυμα, μια υπόθεση ειδικού βάρους, όσον αφορά τις στρατηγικές και τις επιλογές των Εβραίων της Θεσσαλονίκης τη στιγμή του διωγμού.

Είκοσι πέντε χρόνια αυτό το ερώτημα παρέμεινε αναπάντητο μέχρι πέρυσι, που συνέπραξα με δύο κυρίες από δύο αρχεία της πόλης, την Αλίκη Αρούχ από το αρχείο της  Ισραηλιτικής Κοινότητας και την Αρετή Μακρή από το Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας. Σκύψαμε και οι τρεις πάνω από μια περίπτωση βρέφους που μπήκε στο βρεφοκομείο Θεσσαλονίκης στις 17 Μαρτίου 1943 ως έκθετο βρέφος και παρελήφθη από τον Εβραίο μητρικό του θείο τον Αύγουστο του 1945. Η συντονισμένη έρευνα στα τρία αρχεία αποκάλυψε όχι μόνο την προσωπική και οικογενειακή ιστορία ενός βρέφους που σώθηκε με αυτόν τον τρόπο, αλλά απέδειξε με τεκμήρια ότι πράγματι αυτός ο τρόπος αποτέλεσε μια συνειδητή επιλογή για ορισμένους Εβραίους γονείς, προκειμένου να σώσουν τα παιδιά τους. Την ιστορία αυτή είχαμε την τύχη να την ολοκληρώσει το ίδιο το «σωσμένο βρέφος», άντρας 73 χρονών σήμερα, που εντοπίσαμε με κόπο στον Καναδά. Κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στη Θεσσαλονίκη, «έφερε» μαζί του την ιστορία αυτή και τη μοιράστηκε μαζί μας.

Τι έχετε αποκομίσει ως ερευνήτρια αλλά και ως πολίτης της Θεσσαλονίκης συζητώντας με κατοίκους της πόλης για την υπόθεση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του βρεφοκομείου; Μέσα από ποιους μηχανισμούς μια υπόθεση διεκδίκησης ενός ακινήτου από τον νόμιμο ιδιοκτήτη του (εν προκειμένω του κτιρίου της σχολής Καζές, όπου στεγάζεται το δημοτικό βρεφοκομείο, από την Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης ανακινεί βαθιά ριζωμένα στερεότυπα, που συνοψίζονται στον «εύγλωττο και εύστοχο»[2] τίτλο ενός άρθρου σας «Όποια πέτρα κι αν σηκώσεις…» – Εβραίο θα βρεις; Μέσα από ποιους μηχανισμούς τελικά οι πέτρες ρίχνονται ή τοποθετούνται «πάνω από το σώμα των ανθρώπων και την ιστορία τους»[3];

Στην ερώτηση αυτή απαντάει αναλυτικά το άρθρο στο οποίο αναφέρεστε. Παράλληλα με την επεξεργασία των στοιχείων στα οποία αναφερθήκαμε παραπάνω, θέλησα σε αυτό το άρθρο να παρουσιάσω την πρόσληψη αυτών των πληροφοριών από πολίτες της Θεσσαλονίκης, μέσα στη δεκαετία του ’90. Ήταν για μένα μια σημαντική εμπειρία που μου έμαθε πολλά πράγματα. Έχει σημασία η χρονική στιγμή, γιατί τότε ακόμη η πόλη, οι άνθρωποί της, το πανεπιστήμιό της δεν είχαν μπει ακόμη σε καμία διαδικασία έρευνας, αυτογνωσίας, επίσκεψης τέλος πάντων αυτού του τόσο καλά κρυμμένου παρελθόντος, με μερικές εξαιρέσεις βεβαίως. Ακόμη, το κλίμα που επικρατούσε τότε στην πόλη, η πολιτική βλακεία για παράδειγμα, επέτρεπαν να παράγονται και να αναπαράγονται θλιβερά στερεότυπα χωρίς σχεδόν κανέναν αντίλογο. Χρειάστηκε πολύς κόπος και χρόνος, ώστε να αρχίσουν κάπως να μετακινούνται αυτοί οι ογκόλιθοι άγνοιας.

Το ιδιοκτησιακό ζήτημα του βρεφοκομείου χτύπησε κόκκινο, καθώς το ίδρυμα είχε πια μετατραπεί σε δημοτικό παιδικό σταθμό και εκατοντάδες δημότες το θεωρούσαν δική τους υπόθεση. Εάν είχε παραμείνει μόνο βρεφοκομείο, με κανέναν τρόπο δεν θα ανακινούσε τέτοιες αντιδράσεις. Είχε να κάνει επίσης και με την απόλυτη ανικανότητα του δήμου να χειριστεί αξιοπρεπώς το ζήτημα. Είναι τεράστιος παράγοντας η ανικανότητα.

Από την άλλη, οτιδήποτε είχε να κάνει με Εβραίους και την παρουσία/απουσία τους δημιουργούσε αντιδράσεις που πολύ απλά αποκάλυπταν πώς είχε γίνει ο ενταφιασμός κάθε μνήμης μετά το Ολοκαύτωμα. Ότι θάφτηκε, ας μείνει θαμμένο. «Πάτα απάν’», που λένε και οι Πόντιοι. Έτσι μου προέκυψε και ο τίτλος του άρθρου «όποια πέτρα κι αν σηκώσεις» και η κατακλείδα του άρθρου «ξέρεις πού θα την πετάξεις». Οι μηχανισμοί είναι πάντα εκεί, στημένοι μέσα από τη μίζερη εκπαίδευση, τον δημόσιο λόγο, την άγνοια. Για μένα η συμπύκνωση αυτού του πράγματος ήταν το πανό που είχε κρεμαστεί έξω από το βρεφοκομείο εκείνη την εποχή με την επιγραφή «η ιστορία της πόλης δεν κατεδαφίζεται». Πράγματι, αλλά ποιο είναι το περιεχόμενο της ιστορικής μνήμης; Αυτό είναι κάτι για το οποίο πρέπει να συνεχίσουμε να ερευνούμε, να συζητάμε, να εκπαιδεύουμε και να εκπαιδευόμαστε.  Και να ελπίζουμε.

[1]«Εβραίες τροφοί στο χριστιανικό βρεφοκομείο «Άγιος Στυλιανός», στις αρχές του 20ού αιώνα», στο: Οι Εβραίοι στον ελληνικό χώρο: Ζητήματα ιστορίας στη μακρά διάρκεια, Πρακτικά του Α’ Συμποσίου Ιστορίας, Εταιρεία Μελέτης Ελληνικού Εβραϊσμού, εκδ. Γαβριηλίδης, 1995: σ. 33.

[2]Ο. Βαρών-Βασάρ , «Ο κόλπος της γαλουχούσης τροφού είναι  τρυφερώτερος…», The ΒooksJournal, 61, Δεκ. 2015: σσ. 87-89.

[3] «“Όποια πέτρα κι αν σηκώσεις”»: Το Δημοτικό Βρεφοκομείο Θεσσαλονίκης “Άγιος Στυλιανός” και οι σχέσεις του με την εβραϊκή κοινότητα της πόλης», Θεσσαλονικέων Πόλις, τχ. 2, Μάιος 2000, σ. 204.

aigli-photo-dautomne

Η Αίγλη Μπρούσκου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1958. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην Κοινωνική Ανθρωπολογία στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales στο Παρίσι. Πήρε το διδακτορικό της δίπλωμα από το Πάντειο Πανεπιστήμιο. Δίδαξε επί 20 χρόνια στο Αμερικανικό Κολλέγιο Θεσσαλονίκης (ACT). Έχει διδάξει στη Σχολή Ξεναγών Θεσσαλονίκης. Ασχολείται ερευνητικά και έχει δημοσιεύσει μελέτες για τα λαϊκά παραμύθια και την αφήγηση, την ανθρωπολογία της συγγένειας, της διακίνησης των παιδιών και της ιδρυματικής περίθαλψης. Οργανώνει σεμινάρια για παραμύθια και για την ανθρωπολογία της παιδικής ηλικίας στη Θεσσαλονίκη, στα πλαίσια των εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων του Επιστημονικού Σωματείου Μέριμνας Παιδιού και Εφήβου (ΣΥΜΕΠΕ).

Το λιμάνι των φαντασμάτων: Η εβραϊκή παρουσία/απουσία στον λιμένα της Θεσσαλονίκης

Το κείμενο του ιστορικού Χρίστου Μάη (υποψήφιου διδάκτορα-Leiden University Centre for the Arts in Society) ανακοινώθηκε στo πλαίσιo εκδήλωσης που έγινε με αφορμή την τοποθέτηση λίθων μνήμης (Stolpersteine) στην Α’ προβλήτα του λιμανιού της Θεσσαλονίκης. Τοποθετήθηκαν πλάκες στη μνήμη πέντε Εβραίων Θεσσαλονικιών που εργάζονταν στο λιμάνι –των Μωύς Μόλχο του Δανιέλ (1915-1943), Αβράμ Σουλαμή του Νατάν (1883-1943), Έσδρα Πιτσών του Ιακώβ (1899-1943), Λιάου Κατάν Μαΐρ του Γαβριήλ (-1943) και Χαΐμ Μπενσοάμ του Μωσσέ (1916-1943). H όλη εκδήλωση διοργανώθηκε από την Πρωτοβουλία για τους Λίθους Μνήμης στη Θεσσαλονίκη σε συνεργασία με τον Οργανισμό Λιμένος Θεσσαλονίκης και με την υποστήριξη του εκπαιδευτικού οργανισμού Humanity in Action. Μίλησαν επίσης η ιστορικός Γαβριέλλα Ετμεκτσόγλου με θέμα “Διαμορφώνοντας την συλλογική μνήμη: τα μνημεία του Ολοκαυτώματος και το ζήτημα της ευθύνης” και οι Εύα Παναγιώτου και Ρεγγίνα Φρέντζου, Senior Fellows του Humanity in Action Deutschland, με θέμα «Stolpersteine (Λίθοι Μνήμης): Ένα Έργο Τέχνης στην Ευρώπη». Στην εκδήλωση συμμετείχαν τέλος το Β’ Πειραματικό Λύκειο Θεσσαλονίκης και το Μουσικό Λύκειο.

Εκδήλωση της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης (19 Σεπτεμβρίου 2016)

Στους παρακάτω συνδέσμους μπορείτε να δείτε βίντεο από την εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στις 19.9.2016 στην Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης με τίτλο «Η γοητευτική συνάντηση των αρχείων και οι συμπτώσεις: η ιστορία του νεογέννητου Ντάριο από τη Θεσσαλονίκη που επέζησε στο Ολοκαύτωμα». Στην εκδήλωση παρουσιάστηκαν τα αποτελέσματα της έρευνας των Αίγλη Μπρούσκου (κοινωνική ανθρωπολόγος), Αρετής Μακρή (ταξινόμος στα Γενικά Αρχεία του Κράτους) και Αλίκης Αρούχ (υπεύθυνη του Αρχείου της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης), που ανασύνθεσαν τη συγκινητική ιστορία του Ντάριο, ενώ παρευρέθηκε και ο ίδιος ο «πρωταγωνιστής» της ιστορίας.

Λίγα λόγια για την ιστορία του Ντάριο: Στα μέσα Μαρτίου του 1943, ένα νεογέννητο βρέφος παραδόθηκε μυστικά στο χριστιανικό βρεφοκομείο «Άγιος Στυλιανός» της Θεσσαλονίκης από τον θείο του∙ μια πρακτική που εφάρμοσαν και άλλοι Εβραίοι γονείς τις ίδιες μέρες, με μόνη διαφορά ότι η πλειοψηφία των γονιών αυτών πήραν πίσω τα βρέφη την ίδια, ή την επόμενη μέρα, μην αντέχοντας προφανώς τον αποχωρισμό. Οι Εβραίοι γονείς του νεογέννητου λίγες μέρες αργότερα πήραν το τρένο για το Άουσβιτς. Το βρέφος, ο Ντάριο Μασαράνο (σήμερα Ντέιβιντ Μπαρζιλάι), βαφτίστηκε, πήρε ψεύτικο πιστοποιητικό γέννησης και καταχωρήθηκε ως έκθετο. Η συγκάλυψη αυτή (συνεπικουρούμενη από όλο το προσωπικό του βρεφοκομείου) αποδείχθηκε σωτήρια για το βρέφος, που επέζησε στις αδιανόητα δύσκολες συνθήκες ελλείψεων της Κατοχής. Μετά την Κατοχή, το βρέφος επανασυνδέθηκε με τον θείο του, από τον οποίο ωστόσο δεν έμαθε ποτέ την ιστορία της οικογένειάς του. Τελικά, σπαράγματα της οικογενειακής του ιστορίας, ακόμη και το γεγονός ότι οι γονείς του πέθαναν στο Άουσβιτς, το μαθαίνει μετά τα 25 του χρόνια, όταν μία άλλη συγγενής αποφάσισε να τον ενημερώσει με όποιες πληροφορίες είχε. Η ιστορία του Ντάριο ολοκληρώθηκε από την έρευνα των Αίγλη Μπρούσκου, Αρετής Μακρή και Αλίκης Αρούχ το 2016.

 

https://www.youtube.com/watch?v=48RszQlyEx8

 

https://www.youtube.com/watch?v=NzUQx9FPBK0

 

https://www.youtube.com/watch?v=BUKFXjhnUoc